Μέρα (42*101εκ.)
Στο Ασουάν με 49ο και το χαμσίνι να λυσσομανά, ένοιωσα να μπαίνω στο τοπίο. Μπροστά μου ανοιγόταν η φλεγόμενη έρημος.
Άπλωσα τα χέρια μου. Κύματα ζέστης με κυρίευσαν. Απώλεια του εαυτού.
Μέρα (42*101εκ.)
Στο Ασουάν με 49ο και το χαμσίνι να λυσσομανά, ένοιωσα να μπαίνω στο τοπίο. Μπροστά μου ανοιγόταν η φλεγόμενη έρημος.
Άπλωσα τα χέρια μου. Κύματα ζέστης με κυρίευσαν. Απώλεια του εαυτού.
Φρουτοπία (48*77*6εκ.)
Είναι μια εικόνα που αναδύεται όταν αφηρημένος μουτζουρώνω το χαρτί. Είναι ένας τόπος αυτόματης γραφής και γι’ αυτό έχει δυο υποστάσεις, μια υποσυνείδητη και μια πραγματική. Πάντα έχει φρούτα, πάντα έχει
Νυχτα (42*101εκ.)
Μόλις έπεσε το φως στο Ασουάν, τραβήχτηκα από την έρημο κοντά στο ποτάμι που κυλούσε ασταμάτητα. Βούλιαξα σε βαθιά αποχάυνωση. Στο μπαρ του Old Cataract θρήνισα για την απώλεια της μέρας στη αγκαλιά της νύχτας.
Δέντρο (53*75*)
Η γλώσσα με τις νοηματοδοτημένες λέξεις της, οδηγεί τη σκέψη προς τον σκληρό πυρήνα της κουλτούρας της. Το ίδιο συμβαίνει και σε όλες τις μεταγλώσσες και ιδιαίτερα την εικαστική. Αυτό εξηγεί ίσως γιατί κάποια Χριστούγγενα εμφανίστηκε ένα δέντρο στο τελάρο μου. Μισώ τα στολισμένα δέντρα, αλλά και τι μ’ αυτό;
Mάτι ψυχής (57*64*7εκ.)
Ζωγράφισα πάνω στο πανί που σκούπιζα τα πινέλα μου και δέστε τι ξεπήδησε.
Άκου μήλα (50*35*4εκ.)
Ανάγκη κάθαρσης μ’ έκανε να σκεπάσω, με δυο ωραία μήλα τις άσχημες ζωγραφιές σε δυο τελάρα μου. Έφτιαξα δυο μήλα και τι μ’ αυτό; Πήρα μια πινελάτσα με μπλε χρώμα και έσβησα το ένα (πόσα μας έμειναν;). Πριν στεγνώσει το ξύνω. Απομακρύνομαι, το αποτέλεσμα μου αρέσει. Επαναλαμβάνω στο άλλο τελάρο με κόκκινο χρώμα, και μια περίεργη γαλήνη με πλημμυρίζει. Μα μπορεί να γίνει εικαστική κάθαρση, αναρωτιέμαι.
Τα δυο μήλα μ’ ενοχλούν. Είναι τόσο άδηλα της πρόθεσής μου. Πρέπει να κάνω κάτι. Να τα κομματιάσω, να τα πολλαπλασιάσω... Έρχεται στο εργαστήριό μου η Ειρήνη. «Α! Τι ωραία μήλα. Αυτή η τεχνική μπορεί να σε βγάλει μακριά.» «Νομίζεις;» της απαντώ ενοχλημένος.
Τα μήλα με ενοχλούν αφόρητα. Είμαι ανίκανος να κάνω οτιδήποτε άλλο. Το μάτι μου γλιστρά στο κομμένο κεφάλι της κούκλας. Θα βάλω δυο αυτιά και θα το πω ΑΚΟΥ ΜΗΛΑ. Με επισκέπτεται η Αγγέλικα. «Α! Τι ωραία μήλα. Θα το έβαζα στο σπίτι μου χωρίς τα αυτιά». Χαμογελάω ευχαριστημένος. Με επισκέπτεται η Χρύσα. «Α! Τι ωραία μήλα (σιωπή) δεν ξέρω για τ’ αυτιά».Το πέτυχα, κανείς δεν θα σταματήσει στο μέτρημα. Ένα μήλο κι άλλο ένα κάνουν ΑΚΟΥ ΜΗΛΑ.